Έναν χρόνο πίσω (4.5.2025), στο ίδιο γήπεδο κι απέναντι στον ίδιο αντίπαλο είχε ηττηθεί (4-0) κι απολέσει τις ελπίδες του για το πρωτάθλημα.
Έναν χρόνο αργότερα, εκ νέου στο «Στέλιος Κυριακίδης», ξανά απέναντι στην Πάφο ο Άρης ηττήθηκε (2-0) κι έχασε και τις τελευταίες ελπίδες του για έξοδο στην Ευρώπη.
Αυτό το deja-vu, η απώλεια του στόχου δύο αγωνιστικές πριν το φινάλε, υποχρεώνει την «ελαφρά ταξιαρχία» σε αυτοκριτική. Από την επιστροφή της στα μεγάλα σαλόνια ουδέποτε τερμάτισε τόσο χαμηλά, ουδέποτε έμεινε τόσο νωρίς εκτός διεκδίκησης τόσο του πρωταθλήματος όσο και του κυπέλλου, ουδέποτε οι εμφανίσεις της παρέπεμπαν σε ομάδα χωρίς ευδιάκριτη αγωνιστική φιλοσοφία και ταυτότητα.
Η αποδεδειγμένη πλέον αδυναμία ορισμένων παικτών να βοηθήσουν ουσιαστικά σε αυτό το επίπεδο καθιστά επιτακτική ανάγκη και την ανανέωση-ενίσχυση του ρόστερ και φέρνει τον λεμεσιανό σύλλογο ενώπιον της πιο στρατηγικής απόφασης εν όψει της νέας σεζόν: αυτής του προπονητή.
Το περασμένο καλοκαίρι ο Αρτσιόμ Ράτζκοφ επελέγη ως διάδοχος του Αλεκσέι Σπιλέβσκι και απέτυχε -παταγωδώς. Όσο η ομάδα κέρδιζε (κατά κανόνα εντός έδρας), η απουσία προόδου και βελτίωσης κρυβόταν κάτω απ’ το χαλί. Μόλις το φύλλο γύρισε (κι άρχισαν να αθροίζονται γκέλες), η αδυναμία του Λευκορώσου να εμπνεύσει, να βρει λύσεις, να γυρίσει το κουπί ήταν εκκωφαντική.
Οι ιθύνοντες του Άρη, συνεπώς, οφείλουν να επιλέξουν προσεκτικά και σωστά. Αν τα καταφέρουν, οι όποιες αστοχίες στη στελέχωση του ρόστερ θα είναι λιγότερες και η επίδρασή τους θα μετριαστεί. Αν ο «αρχιτέκτονας» δεν αποδειχθεί (ξανά) ο κατάλληλος, όση ποιότητα κι αν αθροιστεί στο ρόστερ, δεν θα αξιοποιηθεί, δεν θα φανεί, δεν θα κάνει τη διαφορά.
Η Ομόνοια που αναγεννήθηκε υπό τον Χένινγκ Μπεργκ και η Πάφος που κόντεψε να χάσει τα πάντα με τον Αλμπέρτ Σελάδες είναι άκρως ενδεικτικές περιπτώσεις για τη βαρύτητα αυτής της στρατηγικής απόφασης.




































