Στο γήπεδο, όπου πανηγύρισε το μέχρι σήμερα τελευταίο «διπλό» της σε ντέρμπι (2-1 στις 8 Φεβρουαρίου), η ΑΕΚ γνώρισε την πρώτη εκτός έδρας ήττα της από ομάδα του Top6 μετά το 1-0 από τον Άρη, στις 10 Ιανουαρίου.
Οι Λαρνακείς ταξίδεψαν στη Λευκωσία έχοντας στα χέρια τους όλους τους άσους. Προέρχονταν από νίκη (2-0 τον Άρη), είχαν οκτώ μέρες προετοιμασίας -υπερδιπλάσιο χρόνο από τον αντίπαλο, ο οποίος προερχόταν από ανεπιτυχή αποτελέσματα σε πρωτάθλημα (Πάφος 3-3) και κύπελλο (Απόλλων 0-0) και κουβαλούσε απογοήτευση, κόπωση και πίεση στο μέγιστο, καθώς οτιδήποτε πλην νίκης τον έθετε νοκ άουτ στην κούρσα για έξοδο στην Ευρώπη.
Για τους «κιτρινοπράσινους», αντιθέτως, η αναμέτρηση εκπροσωπούσε μια ευκαιρία: αυτήν για πρόωρο «κλείδωμα» μιας θέσης στην πρώτη τετράδα και ανανέωσης παρουσίας στις ευρωπαϊκό διοργανώσεις για πέμπτο συναπτό χρόνο.
Για την επίτευξη του στόχου αυτού, μάλιστα, η ομάδα του Χάβι Ροθάδα είχε την «πολυτέλεια» και της ισοπαλίας. Και αυτό, απ’ όσα παρουσίασε στο ΓΣΠ (ιδίως στο πρώτο ημίχρονο), ήταν που την «καταδίκασε»: η ΑΕΚ βολευόταν με δύο αποτελέσματα, έπαιξε για το ένα (την ισοπαλία) και -όπως κατά κανόνα συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις- αποχώρησε με το ανεπιθύμητο (ήττα).
Οι Λαρνακείς δεν είχαν ούτε μισό λόγο να σπαταλήσουν το πρώτο 45λεπτο ποντάροντας στην κόπωση του αντιπάλου. Όφειλαν (και, κυρίως, μπορούσαν) ν’ αναλάβουν εξ αρχής τα ηνία, να «υπαγορεύσουν» τον ρυθμό, να δείξουν προς πάσα κατεύθυνση ότι παίζουν αποκλειστικά για τη νίκη, για την οποία είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα πάντα.
Αντ’ αυτού εμφανίστηκαν τόσο χαλαροί, ώστε μέχρι την ανάπαυλα να μην έχουν απειλήσει και να έχουν αποφύγει δις το άνοιγμα του σκορ από τον ΑΠΟΕΛ. Το τέρμα του Ρόσα, σ’ ένα χρονικό σημείο που είχαν αρχίσει ν’ ανεβάζουν στροφές, ήταν μεν κόντρα στη ροή του αγώνα, συνάμα και η «τιμωρία» τους για όλα τα πλεονεκτήματα που φρόντισαν να απεμπολήσουν.




































