Όταν ακούμε ιστορίες για ανθρώπους που «άλλαξαν ζωή» και ξαναβρήκαν το χαμόγελό τους, συνήθως υπάρχει μια παγίδα. Το χαμόγελο δεν λέει όλη την αλήθεια. Πίσω του κρύβονται φόβοι, αμφιβολίες, άλματα στο κενό και –κυρίως– μια βαθιά ανικανοποίητη αίσθηση, ακόμη κι όταν απ’ έξω όλα δείχνουν ιδανικά. Στο ποδόσφαιρο αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο. Είναι ένας κόσμος που σπάνια σε αφήνει εκτός: αν δεν είσαι πια προπονητής, υπάρχει το επιτελείο, η ανάλυση, η τηλεόραση, ένα γραφείο κάπου στο σύστημα. Γι’ αυτό η ιστορία του Αλεξάντερ Νούρι δεν είναι απλώς ασυνήθιστη. Είναι αποκαλυπτική.
Πριν από περίπου δέκα χρόνια, το όνομά του ακουγόταν συχνά στη Γερμανία. Νέος, μορφωμένος, «διαβασμένος», παιδί της Βέρντερ Βρέμης, παρουσιαζόταν ως ένα από τα ανερχόμενα μυαλά των γερμανικών πάγκων. Σήμερα, στα 45 του, διαχειρίζεται δύο εστιατόρια McDonald’s στη Βεστφαλία. Όχι από ανάγκη, όχι από αποτυχία, αλλά από επιλογή.
Γιος Ιρανού πατέρα που μετανάστευσε στη Γερμανία για σπουδές χημικού και Γερμανίδας μητέρας, ο Νούρι μεγάλωσε μέσα στο ποδόσφαιρο. Υπήρξε τεχνικός επιτελικός χαφ, έφτασε μέχρι τη δεύτερη κατηγορία, πέρασε για λίγο από το MLS, όμως νωρίς κατάλαβε ότι το μέλλον του δεν ήταν στο γήπεδο αλλά στον πάγκο. Σταμάτησε να παίζει στα 30, σπούδασε διαχείριση υγείας, εργάστηκε ως γυμναστής, ανέβηκε γρήγορα στις μικρές κατηγορίες και τελικά επέστρεψε «σπίτι», στην Βέρντερ.
Το φθινόπωρο του 2016 ήρθε η στιγμή που αλλάζει μια καριέρα. Ανέλαβε προσωρινά την πρώτη ομάδα, την αναγέννησε μέσα σε λίγες εβδομάδες, κέρδισε το αποδυτήριο, αποθεώθηκε από τον Τύπο, παρουσίασε μια ομάδα ευέλικτη, έξυπνη, με παίκτες σε φόρμα και ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα. Έμοιαζε να έχει όλα όσα ζητά το σύγχρονο ποδόσφαιρο: γνώση, επικοινωνία, προσαρμοστικότητα. Όμως το ποδόσφαιρο σπάνια λειτουργεί με μνήμη. Την επόμενη σεζόν, ένα κακό ξεκίνημα και ένας αποτυχημένος μεταγραφικός σχεδιασμός αρκούσαν. Ο Νούρι απολύθηκε τον Οκτώβριο. Με ευγενικά λόγια, αλλά απολύθηκε.
Ακολούθησαν σύντομα και αποτυχημένα περάσματα, δεύτερες ευκαιρίες που τελείωσαν πριν προλάβουν να υπάρξουν, συνεργασίες που διαλύθηκαν γρήγορα. Κάποια στιγμή βρέθηκε μέχρι και στη Β’ κατηγορία της Ελλάδας. Όταν γύρισε στη Γερμανία, το τηλέφωνο δεν ξαναχτύπησε.
Εκεί βρίσκεται και η πραγματική τομή. Ο Νούρι δεν κατέρρευσε, δεν εγκλωβίστηκε στη νοσταλγία ούτε στο «τι θα μπορούσε να είχε γίνει». Αντίθετα, έκανε αυτό που σπάνια κάνουν άνθρωποι του ποδοσφαίρου: παραδέχθηκε ότι η δουλειά αυτή, όσο συναρπαστική κι αν είναι, δεν προσφέρει σταθερότητα. «Όταν υπογράφεις ένα συμβόλαιο, υπογράφεις και την απόλυσή σου», συνήθιζε να λέει. Και αποφάσισε ότι ήθελε κάτι άλλο: προβλεψιμότητα, κανονικότητα, μια βάση για την οικογένειά του.
Η ιδέα της εστίασης τον τρόμαξε αρχικά. Όμως τη δούλεψε όπως δούλευε πάντα: με σχέδιο. Πέρασε από όλα τα στάδια, εκπαιδεύτηκε, έμαθε διαδικασίες, οργάνωση, ανθρώπινο δυναμικό. Δεν αντιμετώπισε τη νέα δουλειά ως υποβιβασμό, αλλά ως νέο πρωτάθλημα. Από τον Ιανουάριο διαχειρίζεται δύο καταστήματα McDonald’s σε πόλεις της Βεστφαλίας. Και όταν μιλά γι’ αυτό, δεν υπάρχει ειρωνεία ούτε άμυνα. Μόνο ηρεμία.
«Στην ουσία, δεν αλλάζει κάτι», λέει. «Και εδώ, όπως στο ποδόσφαιρο, δουλεύεις με ανθρώπους. Πρέπει να καταλάβεις τι τους κινεί, τι χρειάζονται για να αποδώσουν. Δεν έρχομαι ως κάποιος που τα ξέρει όλα, αλλά ως κάποιος που θέλει να μάθει».
Ίσως αυτή να είναι και η πιο σκληρή αλήθεια της ιστορίας του: ότι πολλές φορές η μεγαλύτερη γενναιότητα δεν είναι να συνεχίζεις, αλλά να σταματάς. Να κλείνεις μια πόρτα χωρίς να νιώθεις ότι χάνεις την ταυτότητά σου. Και να χαμογελάς όχι επειδή «πέτυχες», αλλά επειδή, επιτέλους, επέλεξες.
Πηγή: to10.gr




































