Καλώς η κακώς είναι ματς έξι πόντων
Με ιδανικές συνθήκες για την ρεβάνς
«Είμαι εδώ ως μάνατζερ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, όχι μόνο ως προπονητής. Εγώ, το τμήμα σκάουτινγκ, η διοίκηση και ο αθλητικός διευθυντής πρέπει να κάνουμε ο καθένας τη δουλειά του. Αυτή είναι η συμφωνία και έχει ισχύ για ακόμη 18 μήνες», δήλωνε εμφανώς εκνευρισμένος ο Ρούμπεν Αμορίμ στη συνέντευξη Τύπου μετά την ισοπαλία με τη Λιντς, σε ερώτηση για το εάν σκέφτεται να παραιτηθεί. Από τη στιγμή της δήλωσης, η συμφωνία του με τη διοίκηση της Γιουνάιτεντ διήρκησε ακόμη… 15 ώρες!
Το πρωί της Δευτέρας ανακοινώθηκε η απόλυσή του. Οι ατάκες του και το αποτέλεσμα στο «Έλαντ Ρόουντ» έσπασαν το ήδη ραγισμένο γυαλί στις σχέσεις του με τον ιδιοκτήτη του πιο επιτυχημένου συλλόγου στην Αγγλία και οδήγησαν στο «βίαιο» φινάλε της συνεργασίας τους. Κάπως έτσι, ένα ακόμη μεγαλόπνοο πρότζεκτ κατέληξε στα σκουπίδια.
Ο 40χρονος, ένα από τα πιο εξελισσόμενα πρόσωπα της σύγχρονης προπονητικής, πήρε τον Νοέμβριο του 2024 μια απόφαση ζωής. Δις πρωταθλητής Πορτογαλίας, με 163 νίκες σε 229 παιχνίδια στη Σπόρτινγκ, γνώριζε ότι είχε έρθει η στιγμή για το «άλμα». Η πόρτα του «Όλντ Τράφορντ» άνοιγε διάπλατα μπροστά του και εκείνος αποδέχθηκε φυσιολογικά την πρόταση. Στα μάτια των φίλων της Γιουνάιτεντ έμοιαζε με «μεσσία».
Νέος, επιτυχημένος, γεμάτος ιδέες και όρεξη για πρόοδο «χέρι-χέρι» με έναν τεράστιο σύλλογο, ο Αμορίμ δημιούργησε προσδοκίες. Προσδοκίες που είχαν και οι διοικούντες. Όμως ήταν δεδομένο ότι θα απαιτούνταν χρόνος. Πολύς χρόνος. Όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο Ραλφ Ράγκνικ τον Μάιο του 2022, «έπρεπε να γίνει κάτι αντίστοιχο με εγχείρηση ανοικτής καρδιάς». Τόσο βαθιές ήταν οι αλλαγές που χρειαζόταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ σε νοοτροπία και λειτουργία.
Η ιστορία επιβεβαίωνε τα λόγια του. Από το 2013, όταν αποχώρησε ο μοναδικός Σερ Άλεξ Φέργκιουσον, κανείς από τους έξι προπονητές που τον διαδέχθηκαν δεν κατάφερε να διατηρήσει τον σύλλογο στο κορυφαίο επίπεδο. Μόγιες, Φαν Χάαλ, Μουρίνιο, Σόλσκιερ, Ράνγκνικ και Τεν Χαγκ αποχώρησαν όλοι ως αποτυχημένοι. Όσο καλή χρονιά και αν έκανε κάποιος, κανείς δεν γλίτωσε την «γκιλοτίνα».
Οι Γκλέιζερς παλαιότερα και ο Σερ Τζιμ Ράτκλιφ τα τελευταία χρόνια ήθελαν πρωταθλήματα, τίτλους και δόξα… χθες. Δίχως υπομονή, σε κάθε αρνητικό αποτέλεσμα έχαναν την εμπιστοσύνη στον προπονητή και ξεκινούσαν την αντίστροφη μέτρηση. Η ακαταλληλότητά τους μεταφραζόταν σε παρεμβάσεις: Αλόγιστα ποσά σε μεταγραφές παικτών που δεν ταίριαζαν στο πλάνο, συσκέψεις επί συσκέψεων, απολύσεις προπονητών. Αδυνατούσαν να αντιληφθούν το πραγματικό πρόβλημα: Την έλλειψη ποδοσφαιρικού ορθολογισμού.
Τίποτα δεν θύμιζε «Φέργκι» και η Γιουνάιτεντ έπρεπε να περάσει σε νέα εποχή. Επηρεασμένος από τη σφοδρή κριτική του Γκάρι Νέβιλ, ο Ράτκλιφ γινόταν όλο και πιο παρεμβατικός. Σε δύο χρόνια από τότε που η INEOS αγόρασε τις μετοχές, τέσσερις προπονητές πέρασαν από τον πάγκο: Τεν Χαγκ, Φαν Νίστελροϊ, Αμορίμ και πλέον ο υπηρεσιακός Φλέτσερ. Οι ιθύνοντες των «μπέμπηδων» όχι μόνο δεν επέτρεψαν τη μετάβαση, αλλά δημιούργησαν ένα ακατάπαυστο κλίμα τοξικότητας.
Ο Μουρίνιο είχε αποκαλύψει τρομαγμένος ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον άλλοτε δεξιό μπακ: «Άκουσα τυχαία τον Νέβιλ σε ένα παιχνίδι να λέει στον Ράσφορντ να αποβληθεί. Τον έκανα αλλαγή στο ημίχρονο». Προφανώς στόχος ήταν η ήττα και η απόλυσή του. Ο ίδιος είχε πει επίσης: «Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μου ήταν να τερματίσω δεύτερος με τη Γιουνάιτεντ. Θα με πείτε τρελό, αλλά κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει στο παρασκήνιο».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον τοξικότητας, ο Αμορίμ έμοιαζε να αντιστέκεται χάρη στην ηλικία και τη φιλοδοξία του. Όμως δεν κατάφερε να αλλάξει θεαματικά την ομάδα. Σε 63 παιχνίδια μέτρησε 25 νίκες, 15 ισοπαλίες και 23 ήττες. Ποσοστό νικών 36,9%, το χειρότερο της τελευταίας 12ετίας. Στην περσινή Premier League τερμάτισε 15ος, ενώ στον τελικό του Europa League ηττήθηκε από την Τότεναμ, χάνοντας ένα τρόπαιο που ίσως του εξασφάλιζε περισσότερο χρόνο.
Ο Ρούμπεν Αμορίμ ήταν μια επένδυση και λειτουργούσε με τη λογική ότι κάθε λεπτομέρεια περνά από το γραφείο του. Όπως συμβαίνει με τον Γκουαρδιόλα και συνέβαινε με τον Κλοπ. Προπονητής, ψυχολόγος, ηγέτης, αρχιτέκτονας του ρόστερ. Όλα σε ένα. Για να λειτουργήσει, χρειαζόταν ένα υγιές περιβάλλον. Και αυτό, στη Γιουνάιτεντ, δεν υπάρχει.




































